Η συμμετοχή μου στην Κ΄ Σύνοδο της Βουλής των Εφήβων

Γράφει η μαθήτρια του Β2,

Μπαλή Ελένη

11261632_10204809172737143_3845993141882472653_n

Όταν δήλωσα συμμετοχή στην Κ΄ Σύνοδο του εκπαιδευτικού προγράμματος «Βουλή των Εφήβων», δεν πίστευα σε καμία περίπτωση ότι υπάρχει πιθανότητα να συμμετάσχω. Έτσι, όταν έμαθα ότι κληρώθηκα, ξαφνιάστηκα και αρχικά ήμουν αρνητική στο να πάω, γιατί θα ήμουν μια άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Σίγουρο ήταν ότι υπήρχε πολύ άγχος και άγνοια για το τι θα συναντήσω 4 μέρες στην Αθήνα. Τελικά όμως, αποδείχτηκε πως ήταν για μένα μια εξαιρετικά μοναδική εμπειρία.

Συνεχώς έλεγα στον εαυτό μου ότι έχω πάει εκδρομή με το σχολείο στη Βουλή και έχω δει πως είναι, άρα δεν υπάρχει λόγος να ξαναπάω. Όμως, έσφαλλα, γιατί είναι αλλιώς να πηγαίνεις στη Βουλή ως τουρίστρια και αλλιώς ως Βουλευτής! Αυτό είναι κάτι το ξεχωριστό και εντελώς μοναδικό!

Αρχικά, μας δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουμε στην αίθουσα της Ολομέλειας, στην αίθουσα της Γερουσίας, αλλά επισκεφθήκαμε και διάφορες ειδικές αίθουσες συνεδριάσεων, το μουσείο της Βουλής και εκθέσεις ζωγραφικής. Κυρίως, είχαμε την ευκαιρία να ακουστούν οι σκέψεις και τα αιτήματά μας, ώστε να γίνουν γνωστά σε υπεύθυνα στελέχη της Κυβέρνησης. Τέλος, συζητήσαμε αρκετές φορές με εκπροσώπους του «Συνηγόρου του Παιδιού», οι οποίοι φάνηκαν να ενδιαφέρονται πραγματικά για την δημιουργία ενός ιδανικού σχολείου και για ένα καλύτερο και πιο αποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα μέσα από τις συζητήσεις μας.

Κάτι που έκανε την εμπειρία μου ακόμα πιο συναρπαστική, ήταν οι ίδιοι Έφηβοι Βουλευτές. Δεν συμμετείχαν μόνο παιδιά από την Ελλάδα αλλά και από την Κύπρο. Παιδιά από το εξωτερικό, από την Αμερική, από τη Νότια Αφρική, από την Αυστραλία και από την Αιθιοπία. Υπήρχαν και παιδιά από ειδικά σχολεία. Έτσι, είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε διαφορετικές νοοτροπίες και πολιτισμούς, ακόμα τρόπους σκέψης εντός της χώρας μας, αφού γνωρίσαμε ακόμα καλύτερα κάθε μέρος της Ελλάδας, μέσα από τα παιδιά που κατοικούν εκεί.

Το κύριο θέμα των συζητήσεων που είχαμε αυτές τις 4 μέρες στην Βουλή των Εφήβων, ήταν οι διακρίσεις στο χώρο του σχολείου. Αυτό που κατάλαβα, είναι ότι σε πολλά σχολεία δυστυχώς συμβαίνουν άσχημα πράγματα. Όμως, εξίσου δυσάρεστη είναι και η διάκριση που γίνεται κάποτε στα παιδιά με ειδικές ικανότητες.

Τέλος, είχαμε την δυνατότητα να απευθύνουμε επίκαιρες ερωτήσεις στην υπηρεσιακή Υπουργό Παιδείας, η οποία σε κάποιες απάντησε, αλλά σε κάποιες άλλες, λίγο πιο αιχμηρές, απέφυγε να το πράξει γνέφοντας όμως με κατανόηση ότι κατά βάθος συμφωνεί με όσα υποστηρίζαμε.

Το σημαντικότερο είναι ότι όλοι φύγαμε από εκεί με νέες εμπειρίες, φιλίες και ιδέες. Γι’ αυτό το λόγο και για όλα αυτά που  αναφέρθηκαν προηγουμένως, θα δήλωνα απερίφραστα ότι αξίζει κάποιος να λάβει μέρος στο πρόγραμμα της Βουλής των Εφήβων, γιατί φεύγοντας από εκεί νιώθεις πραγματικά ότι έχεις συναναστραφεί με σπουδαίους ανθρώπους και έχεις μάθει πράγματα που θα σε συνοδεύσουν στην υπόλοιπη ζωή σου. Ήταν μια εμπειρία με άρωμα «διαφορετικής γνώσης» απ’ ό,τι στο σχολείο. Σίγουρα, αν μου δινόταν η δυνατότητα, θα ήθελα κάθε χρόνο να λαμβάνω μέρος σε αυτό το πρόγραμμα.

«1821, η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε»

Σήμερα, 23-03-2015, επισκέφτηκε το σχολείο μας (ΓΕΛ Χιλιομοδίου) ύστερα από πρόσκληση η συγγραφέας Αθηνά Κακούρη. Μας μίλησε για την επανάσταση του 1821 με αφορμή την επέτειο της εθνικής γιορτής και επ’ ευκαιρία της συγγραφής και πρόσφατης κυκλοφορίας του βιβλίου της για τον απελευθερωτικό αγώνα.

Αρχικά, οφείλω να ομολογήσω ότι όλοι, μαθητές και εκπαιδευτικοί, θαυμάσαμε και στην κυριολεξία ζηλέψαμε έναν άνθρωπο, ο οποίος παρά τα 87 χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη του, ταξίδεψε αυθημερόν με επιστροφή από την Αθήνα στην ημιορεινή Κορινθία, για να συνομιλήσει με τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς ενός περιφερειακού σχολείου, χωρίς κανενός είδους υλικό ή ηθικό αντάλλαγμα, από αυτά τα οποία συνήθως συνοδεύουν τις «εξορμήσεις» των πεφωτισμένων πρωτευουσιάνων στη ζοφερή ελληνική επαρχία.

Αλλά η «ζήλεια» μας βασιζόταν και κάπου αλλού. Βασιζόταν στην ασυναγώνιστη παρρησία της κυρίας Κακούρη, στην αφοπλιστική της ειλικρίνεια κατά τις απαντήσεις στις ερωτήσεις των παιδιών, στην ευθύτητα και στην ευρυμάθεια που την χαρακτήριζε αλλά και στη μετριοπάθειά της. Δεν είναι τυχαίο ότι καθήλωσε το μαθητικό ακροατήριο όχι τόσο με κάποιο περισπούδαστο δήθεν ύφος αλλά με την πνευματική της διαύγεια και την ικανότητά της να μεταλαμπαδεύει απαιτητικά νοήματα μέσα από ένα λόγο απέριττο, κατανοητό και πάνω από όλα πειστικό.

Για τι μας μίλησε; Για τα αυτονόητα. Δηλαδή για τη μοναδικότητα του φαινομένου της ελληνικής επανάστασης σε μια εποχή κατά την οποία η διεθνής ατμόσφαιρα αντιμετώπιζε με δεδηλωμένη εχθρότητα κάθε επαναστατικό κίνημα που κλόνιζε επικίνδυνα την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη. Για το πείσμα και την αυτοθυσία των αγωνιστών αλλά και για τις πασιφανείς και κάποτε αυτοκαταστροφικές αδυναμίες τους, στοιχεία που ήταν υπεύθυνα για το μεγαλείο αλλά και τις σκοτεινές – όσο και αδικαιολόγητα αποσιωπημένες, μπροστά στις ανάγκες σύνταξης μιας εθνικής αφήγησης –  όψεις του αγώνα. Για το ρόλο της εκκλησίας στην επανάσταση, του ανώτερου και κατώτερου κλήρου, χωρίς διάθεση να φτιασιδώσει τα γεγονότα αλλά και χωρίς τη βαθύτερη πρόθεση να παραστήσει σχεδόν 200 χρόνια μετά τον αδέκαστο κριτή μιας εποχής, της οποίας το πεπρωμένο καθόρισε πιο πολύ η πείνα και η ανθρώπινη απώλεια και λιγότερο οι υψηλές ιδέες του αγιοποιημένου στη συνείδηση πολλών Διαφωτισμού. Για το πνευματικό αυτό κίνημα, μάλιστα, η κυρία Κακούρη εκδήλωσε την απορία της πώς ήταν δυνατόν οι ιδέες της γαλλικής επανάστασης (1789) να ταξιδέψουν έγκαιρα και αξιόπιστα, εύστοχα μεταφρασμένες και ικανοποιητικά απλοποιημένες σε τέτοιο βαθμό και σε τέτοια έκταση, ώστε να αφυπνίσουν τις αναλφάβητες μάζες των ρακένδυτων Ελλήνων της εποχής.

Μας μίλησε και για άλλα. Για την ανεπανάληπτη εργατικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια – κατά πολλούς «του πρώτου και τελευταίου μέχρι σήμερα ακαταπόνητου Έλληνα πατριώτη που ανέλαβε με απαράμιλλο ήθος και αταλάντευτη αφοσίωση την ευθύνη της διακυβέρνησης του αρτισύστατου ελληνικού κράτους». Για τον έξοχα διαλυτικό και ελάχιστα υποβοηθητικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι μεγάλες, όχι προστάτιδες, δυνάμεις της εποχής στην προσπάθειά τους να συμβιβάσουν τα συμφέροντά τους σε έναν κόσμο που άλλαζε δραματικά, χωρίς απαραίτητα τη δική τους προηγούμενη διαμεσολάβηση. Για το όραμα της Μεγάλης Ιδέας που, αφού για δεκαετίες σκαρφάλωσε στα κορφοβούνια των εθνικών μας απωθημένων, θάφτηκε το φθινόπωρο του 1922 κάτω από τις στάχτες της Σμύρνης. Μάλιστα η ομιλήτρια διατύπωσε ευθαρσώς την αυτονόητη αλλά, τόσο υστερόβουλα κάποτε, λογοκριμένη θέση ότι η Μεγάλη Ιδέα μπορεί μεν να χαρακτηρίζεται συχνά ως υπερβολική για τις δυνατότητες της ανήμπορης Ελλάδας του 19ου και του 20ου αιώνα, μολαταύτα ο φακός της ιστορίας τη συνέλαβε να ερείδεται στην υπερχιλιετή παρουσία συμπαγών ελληνικών πληθυσμών – αριθμούσαν εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές – του ευρύτερου ελληνόφωνου κόσμου. Κι αυτό ήταν ένα διόλου ευκαταφρόνητο στοιχείο που οπωσδήποτε ξεφουσκώνει λίγη έστω από την υπερβολή και την ανεδαφικότητα των στόχων της Μεγάλης Ιδέας, ελαττώματα τα οποία της καταλόγισαν όχι τόσο οι μεταγενέστεροι επιστήμονες ιστορικοί όσο οι ανεύθυνοι κατά καιρούς ιστοριολογούντες.

Τέλος, η κυρία Κακούρη με εμφανή δόση πικρίας ομολόγησε ότι στο διάστημα των δύο αιώνων που μεσολάβησαν, δυστυχώς οι πολιτικοί που κλήθηκαν να διαχειριστούν τις τύχες της χώρας, διέθεταν ελάχιστα και κάποτε μηδαμινά ίχνη του πολιτικού αναστήματος του Ιωάννη Καποδίστρια, ενώ την ίδια στιγμή η πολιτική τους διαδρομή ξεχείλιζε από τα καταχθόνια «προσόντα» ενός ραδιούργου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ή ενός αρχιερέα της εκδούλευσης που έλαχε να ονομάζεται Ιωάννης Κωλέττης.

Συστήνω ανεπιφύλαχτα το βιβλίο της κυρίας Κακούρη για όποιον ενδιαφέρεται να γνωρίσει το ηρωικό και ταυτόχρονα σκαιό σκηνικό της ελληνικής επανάστασης του 1821. Δε θα σας πάρει πάνω από ένα απογευματάκι. Αποτελεί όχι μια ακόμα ιστορία αλλά, όπως σημειώνει και η ίδια, μια ιδιαιτέρως προσωπική αφήγηση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ευσύνοπτη για τις έτσι κι αλλιώς καχεκτικές πνευματικές μας αντοχές, λυσιτελής για τη σφυρηλάτηση της εθνικής μας αυτογνωσίας κι όμως εξονυχιστικά κατατοπιστική σε ορισμένα της σημεία.

Οφείλουμε ευχαριστίες στην κυρία Μεραντζέλη Αλίκη (ΠΕ-02), φιλόλογο-εκπαιδευτικό του σχολείου μας, που μερίμνησε για το σχεδιασμό και την υλοποίηση της ενδιαφέρουσας αυτής εκδήλωσης και ασφαλώς στην ίδια την κυρία Αθηνά Κακούρη για το στέρεο και διαφωτιστικό της λόγο.

«Δεν είμαι ιστορικός», δήλωσε το πρωί η κυρία Κακούρη στο σχολείο μας με φανερή δόση αβροφροσύνης και μετριοπάθειας. Μακάρι, κυρία Αθηνά, η ευγένεια του χαρακτήρα σας, η λεπτότητα και το γνωστικό σας επίπεδο να αποτελέσουν φάρο καθοδήγησης για τους μαθητές μας κι εμάς τους εκπαιδευτικούς. Σας ευχαριστούμε θερμά!

– Ζηλέψατε;

Χρυσοβαλάντης Μπούτσικος (ΠΕ-02)

«Ρατσισμός & Διαφορετικότητα στο σχολείο και στην κοινωνία»

Η 21η Μαρτίου έχει καθιερωθεί ως Διεθνής Ημέρα για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων και του ρατσισμού στην κοινωνία και στην εκπαίδευση.

 

Ρατσισμός είναι η αντίληψη ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίσοι μεταξύ τους, αλλά διαχωρίζονται σε ανώτερους και κατώτερους, διακρινόμενοι είτε από το χρώμα του δέρματος, είτε από την εθνικότητα, είτε από τη θρησκεία κλπ. Το πιο συνηθισμένο είδoς ρατσισμού, και αυτό που έχει δώσει την αρχική ονομασία στην λέξη, ( ράτσα/ razza = φυλή), είναι ο φυλετικός ρατσισμός.

 

Σήμερα, η λέξη ρατσισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις πράξεις μιας ομάδας ανθρώπων εναντίον μίας άλλης ομάδας και θεωρείται παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου στην ισότητα στους τομείς της εργασίας, της πολιτικής, της οικονομίας και άλλων παραγόντων της καθημερινότητας.

 

Στη χώρα μας, με βάση το Σύνταγμα, εξασφαλίζεται στον καθένα το «δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη […] Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων…» (άρθρο 5 §2 και 3 του Συντάγματος).

 

Σήμερα θέλουμε κοινωνίες όπου οι άνθρωποι θα συμμετέχουν ενεργά, θα δημιουργούν και δεν θα είναι παθητικοί θεατές και δέκτες όσων επιμελώς τους παρουσιάζονται. Η αρμονική συνύπαρξη, η χωρίς προϋποθέσεις αποδοχή, η μη περιθωριοποίηση, ο σεβασμός της διαφορετικότητας, η προστασία της αξιοπρέπειας του πολίτη, η ελεύθερη έκφραση αποτελούν κατά κύριο λόγο θέμα παιδείας, κουλτούρας, πολιτισμού, ευαισθητοποίησης και αισθητικής καλλιέργειας. Ο πολιτισμός στην εκπαίδευση στοχεύει στη δημιουργία ανθρώπων ελεύθερων, με αξιοπρέπεια, χωρίς περιορισμούς και εμπόδια στην σκέψη και στην έκφραση, χωρίς τις σύγχρονες μορφές υποδούλωσης που απειλούν σήμερα τους ανθρώπους.

 

Ο ρατσισμός δεν είναι μόνο φυλετικός, αντίθετα έχει πολλές εκφάνσεις και εκδηλώνεται με πολλές μορφές μέσα στις σχολικές αίθουσες, οι οποίες αναμφισβήτητα αποτελούν καθρέπτη της κοινωνίας μας. Επιπλέον, αποτελεί μία από τις βασικότερες αιτίες εκδήλωσης σχολικής βίας, καθώς οι διακρίσεις που αφορούν στην εξωτερική εμφάνιση, στο επίπεδο των σχολικών επιδόσεων, στα κιλά, στην κοινωνική θέση, στην καταγωγή, στην εθνικότητα, στις σεξουαλικές προτιμήσεις και σε οποιαδήποτε έκφραση της διαφορετικότητας.

 

Πολλά μπορούν και πρέπει να γίνουν για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο του ρατσισμού. Καταρχάς, από την πλευρά του το  ίδιο το άτομο οφείλει να σέβεται τους συμπολίτες του ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής, θρησκείας, φύλου, εξωτερικής εμφάνισης, προτιμήσεων κ.τ.λ. Πρέπει ακόμα να σέβεται τα απαραβίαστα δικαιώματα που έχει κάθε άνθρωπος από τη γέννησή του και που υποστήριξαν όλα τα φωτισμένα πνεύματα της ιστορίας. Επιβάλλεται, επίσης, να μπορεί να συμβιώνει αρμονικά με τους γύρω του, να τους φέρεται με σεβασμό και να τους αντιμετωπίζει ισότιμα. Εύκολα λοιπόν συμπεραίνει κανείς ότι το ίδιο το άτομο μπορεί να παίξει ενεργό ρόλο στην αντιμετώπιση του ρατσισμού.

 

Ξεχωριστός λόγος πρέπει να δοθεί στον μεγάλης σημασίας ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το σχολείο στην αντιμετώπιση του ρατσισμού, ως κύριο φορέα διαπαιδαγώγησης του ατόμου. Η παροχή ίσων ευκαιριών προς όλους τους μαθητές, το ειλικρινές ενδιαφέρον για κάθε παιδί, η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησής τους και η πίστη στην προσωπική αξία, θα δημιουργήσει ομάδες βιωματικής μάθησης με αντίκρισμα για το παρόν και το μέλλον κάθε μαθητή, κάθε ανθρώπου. Οι κοινωνίες αλλάζουν από τη βάση προς την κορυφή, στέλνοντας μηνύματα σε μία δυναμική αμφίδρομη σχέση. Η ποιότητα της παιδείας εξασφαλίζει την ποιότητα και το μέλλον ολόκληρης της κοινωνίας σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Εμείς οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να απομακρυνθούμε από το πρότυπο του σχολείου που ασχολείται αποκλειστικά με τη μετάδοση στείρων γνώσεων και θα πρέπει να εμβαθύνουμε στην πολύπλευρη εκπαίδευση των μαθητών μας, που θα βασίζεται στις ανθρωπιστικές αρχές.

 

Πιο συγκεκριμένα οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να διαχειριστούν την ετερότητα με τέτοιο τρόπο, ώστε μέσα από το διαφορετικό να αναδεικνύονται  οι ικανότητες, οι δυνατότητες και τα ταλέντα των μαθητών.  Οφείλουν, επίσης, να εργαστούν προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός σχολικού περιβάλλοντος, που θα καλλιεργεί στους μαθητές το αίσθημα του ανήκειν στην εκπαιδευτική κοινότητα και της χωρίς όρους αποδοχής, ένα σχολικό περιβάλλον όπου όλοι οι μαθητές θα νιώθουν άνετα, ασφαλείς και προστατευμένοι, θα μπορούν να εκφράζονται χωρίς φόβο, θα είναι χαρούμενοι και δημιουργικοί. Με άλλα λόγια χρειαζόμαστε παιδαγωγικές πρακτικές που να επικεντρώνονται στη δίκαιη οργάνωση των κοινωνικών και εκπαιδευτικών θεσμών.

 

Τα νέα δεδομένα επιβάλλουν στην εκπαιδευτική κοινότητα  να θέσει τους μαθητές σε «εγρήγορση» και να τους προετοιμάσει κατάλληλα, έτσι ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να αναγνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες του πλαισίου μέσα στο οποίο δρουν. Επίσης, να τους μάθει να λειτουργούν στο σχολείο σε μια σειρά από ρόλους, όπως του μαθητή που μαθαίνει πώς να μαθαίνει, του μαθητή συνειδητού πολίτη της Ελλάδας και του κόσμου, του μαθητή που αποδέχεται, σέβεται και συνυπάρχει με το διαφορετικό.

Ο ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ Π. & Δ.

 ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ

ΠΕΤΡΟΣ Δ. ΜΙΣΘΟΣ